H Λέσβος κατέστη επίκεντρο του πρώτου σημαντικού ξεσπάσματος αφθώδους πυρετού στον ελληνικό χώρο εδώ και δεκαετίες. Η απόκριση των ελληνικών αρχών, με την επιβολή καθολικού lockdown σε ολόκληρο το νησί, θέτει ένα ξεκάθαρο θεμελιώδες ερώτημα. Αποτελεί η μέγιστη αυστηρότητα των μέτρων εγγύηση επιδημιολογικής αποτελεσματικότητας, ή μήπως αντιστρατεύεται τη λογική της αναλογικής διαχείρισης κινδύνου; Η κεντρική θεωρητική αρχή που διέπει τη σύγχρονη οικονομική ανάλυση των ζωονόσων είναι η αρχή της αναλογικής παρέμβασης. Δηλαδή η ένταση των μέτρων ελέγχου πρέπει να συναρτάται με την επιδημιολογική αξιολόγηση κινδύνου, και όχι με την πολιτική ανάγκη επίδειξης αποφασιστικότητας. 

Η παρέκκλιση από αυτή την αρχή δημιουργεί αυτό που στη βιβλιογραφία αποκαλείται «over-response trap» δηλαδή την επιβολή δυσανάλογα αυστηρών μέτρων που προκαλούν υψηλότερο οικονομικό κόστος χωρίς αντίστοιχο επιδημιολογικό όφελος, και ταυτόχρονα υπονομεύουν τη μελλοντική συνεργασία των παραγωγών με τις κτηνιατρικές υπηρεσίες.

Το Άρθρο 64 του 687/2020 προβλέπει ρητά ζώνες προστασίας ακτίνας τουλάχιστον 3 χιλιομέτρων και ζώνες επιτήρησης ακτίνας τουλάχιστον 10 χιλιομέτρων γύρω από επιβεβαιωμένα κρούσματα, αφήνοντας στα κράτη-μέλη διακριτική ευχέρεια επέκτασης μόνο εφόσον αυτή δικαιολογείται από συγκεκριμένη επιδημιολογική αξιολόγηση. Η επέκταση αυτών των ζωνών σε ολόκληρη νησιωτική περιοχή χωρίς τέτοια αιτιολόγηση θέτει νομικά ζητήματα συμβατότητας με την αρχή αναλογικότητας.

Το καθολικό lockdown, όπως εφαρμόζεται στο νησί της Λέσβου, κατά την άποψή μου, εδράζεται σε μια πολύ απλουστευτική παραδοχή. Ότι η μηδενική κινητικότητα εξισώνεται με μηδενικό κίνδυνο μετάδοσης. Η υπόθεση αυτή αγνοεί θεμελιώδεις επιδημιολογικές και οικονομικές πραγματικότητες. Το άμεσο κόστος, που αφορά την αξία των εξαγωγών από το νησί γαλακτοκομικών προϊόντων και κρεάτος και η διακοπή της κτηνοτροφικής δραστηριότητας, μέχρι σήμερα, εκτιμάται στα €25-40 εκατ. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται σε μεθοδολογία αντίστοιχη με αυτή που εφάρμοσαν οι Thompson et al. (2002) για το βρετανικό ξέσπασμα, προσαρμοσμένη στο μέγεθος και τη δομή της κτηνοτροφικής οικονομίας της Λέσβου. Τα έμμεσα κόστη, που είναι δυσχερέστερα στον υπολογισμό αλλά ενδεχομένως υψηλότερα από τα άμεσα, εκτιμώνται στα €50-80 εκατ. και περιλαμβάνουν, τη διάρρηξη των εμπορικών σχέσεων με εγχώριους και διεθνείς αγοραστές ΠΟΠ προϊόντων, και τη μακροπρόθεσμη απώλεια μεριδίων αγοράς σε ευαίσθητους εξαγωγικούς προορισμούς. Η τελευταία κατηγορία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για τη Λέσβο, όπου η εξαγωγική δυναμική γαλακτοκομικών προϊόντων αποτελεί πυλώνα της τοπικής κτηνοτροφικής οικονομίας.

Βασισμένος στη διεθνή βιβλιογραφία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των νησιωτικών κτηνοτροφικών συστημάτων, μια βέλτιστη στρατηγική risk-based zoning για την αντιμετώπιση του αφθώδους σε νησιά θα πρέπει να περιλαμβάνει τέσσερις ζώνες διαφοροποιημένης παρέμβασης. Η κόκκινη ζώνη, ακτίνας 3 χιλιομέτρων από τα επιβεβαιωμένα κρούσματα, δικαιολογεί πλήρη απαγόρευση κίνησης ζώων και εντατική επιτήρηση. Η πορτοκαλί ζώνη, ακτίνας 3-10 χιλιομέτρων, επιτρέπει ελεγχόμενη κίνηση με προ-κλινικό έλεγχο. Η κίτρινη ζώνη, ακτίνας 10-20 χιλιομέτρων, λειτουργεί με κανονική δραστηριότητα υπό ενισχυμένη βιοασφάλεια. Η υπόλοιπη νησιωτική περιοχή παραμένει ελεύθερη κίνησης και εμπορίου, με ενημερωμένο σύστημα αναφοράς. Αυτή η διαβαθμισμένη προσέγγιση αξιοποιεί τα φυσικά πλεονεκτήματα της νησιωτικής γεωγραφίας αντί να τα ακυρώνει.

Ο συνδυαστικός δείκτης risk-adjusted effectiveness ratio ο οποίος συνθέτει οικονομικό κόστος, διάρκεια κρίσης και επιδημιολογική αποτελεσματικότητα, αναδεικνύει την πλήρη έκταση της στρατηγικής αστοχίας της επιλογής καθολικού lockdown. Η risk-based zoning στρατηγική παρουσιάζει 3-5 φορές μικρότερο οικονομικό κόστος, 2-3 φορές μικρότερη εκτιμώμενη διάρκεια κρίσης και 20-30 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη επιδημιολογική αποτελεσματικότητα. Σε αμιγώς οικονομικούς όρους, ο δείκτης απόδοσης της επένδυσης υπέρ της στοχευμένης προσέγγισης υπερβαίνει το 8:1.

Οι συστάσεις πολιτικής που απορρέουν από την ανάλυση αφορούν τρία επίπεδα. Σε επίπεδο άμεσης παρέμβασης, απαιτείται η ενσωμάτωση της αρχής αναλογικότητας στην εθνική νομοθεσία, η υποχρεωτική επιδημιολογική αιτιολόγηση για κάθε μέτρο, και η θεσμοθέτηση χρονικών ορίων για καθολικά μέτρα. Σε επίπεδο μεσοπρόθεσμης μεταρρύθμισης, χρειάζεται η ανάπτυξη ξεχωριστών νησιωτικών πρωτοκόλλων που να αξιοποιούν τα γεωγραφικά πλεονεκτήματα, και η εκπαίδευση εξειδικευμένων στελεχών σε risk assessment. Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, η ανάπτυξη διαβαλκανικού δικτύου έγκαιρης προειδοποίησης και η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών με χώρες που έχουν αναπτύξει αποτελεσματικά μοντέλα θα ενισχύσει δομικά την ετοιμότητα του ελληνικού συστήματος ζωονόσων.

Η αποτελεσματικότητα της πολιτικής στη ζωική παραγωγή δεν μετριέται από τη σκληρότητα των μέτρων. Μετριέται από την ικανότητα του συστήματος να αναλύει τον κίνδυνο, να σχεδιάζει αναλογικά και να εκτελεί στοχευμένα διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την εμπιστοσύνη των παραγωγών που αποτελούν, σε τελική ανάλυση, τον κρισιμότερο κρίκο κάθε συστήματος επιτήρησης.

Posted in

Discover more from Ioannis Kaimakamis

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading