Με αφορμή τη νέα ΚΓΠ 2028-2034, την επικείμενη Στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Κτηνοτροφία, και την Έκθεση Fidanza, η οποία κατατέθηκε στις 10 Απριλίου 2026 και υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 30 Απριλίου 2026.

Δρ. Ιωάννης Καϊμακάμης

02 Μαΐου 2026

Στο τραπέζι του κτηνοτρόφου, στις 02 Μαΐου του 2026, συνυπάρχουν τρία έγγραφα. Το προσχέδιο της αίτησης ΟΣΔΕ που πρέπει να κατατεθεί για το νέο έτος ενίσχυσης. Το τιμολόγιο της σόγιας από τον προμηθευτή ζωοτροφών, με αποκλίσεις με διπλό ψηφίο σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Και η ευρωπαϊκή διαβούλευση για τη μακροπρόθεσμη στρατηγική κτηνοτροφίας, την οποία στην καλύτερη περίπτωση διαβάζει σε περίληψη και στη χειρότερη αγνοεί. Τα τρία έγγραφα δεν διαβάζονται μαζί. Σκιαγραφούν εντούτοις, καθένα με τον δικό του τρόπο, την ίδια εικόνα. Ένα παραγωγικό σύστημα υπό αυξανόμενη πίεση, εντός ενός θεσμικού πλαισίου που δεν είναι σχεδιασμένο για τους κινδύνους τους οποίους καλείται να αντιμετωπίσει καθημερινά.

Το παρόν κείμενο γράφεται από τη χώρα και για τη χώρα που θα κληθεί να εφαρμόσει ή να αρθρώσει αντίλογο, σε όσα αποφασιστούν στις Βρυξέλλες τον Ιούνιο του 2026. Δεν φιλοδοξεί να καλύψει το σύνολο της ευρωπαϊκής συζήτησης. Επιχειρεί να καταγράψει επτά παρατηρήσεις τις οποίες όποιος έχει βάλει χέρι σε αμελκτήριο, σε τιμολόγιο φέτας ή σε φάκελο διαχείρισης ζωονόσου τα τελευταία χρόνια δεν μπορεί να αγνοήσει.

1. Τι παράγει η Ελλάδα και τι ζητάει η Ευρώπη

Η ελληνική γαλακτοπαραγωγός κτηνοτροφία δεν είναι η αγελαδοτροφία. Πρόκειται για την πρώτη και θεμελιώδη διαπίστωση από την οποία οφείλει να εκκινεί κάθε εθνική στρατηγική. Στις βορειοευρωπαϊκές χώρες, ο όρος livestock παραπέμπει κατά κύριο λόγο σε βοοειδή με τη συζήτηση σε επίπεδο πολιτικής να κατευθύνεται στο μεθάνιο της εντερικής ζύμωσης, τη διαχείριση της κοπριάς, την εξάρτηση από καλαμπόκι και σογιάλευρο. Η ελληνική περίπτωση είναι ριζικά διαφορετική. Εκατομμύρια αιγοπρόβατα από αυτόχθονες φυλές έως Lacaune, Alpine και Saanen. Εκμεταλλεύσεις από εκατό έως τρείς χιλιάδες κεφάλια. Ένα μείγμα εκτατικής και εντατικής εκτροφής που κανένα από τα μοντέλα της κεντρικής Ευρώπης δεν περιγράφει.

Τα ευρωπαϊκά νούμερα σκιαγραφούν εικόνα ανησυχητική. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Eurostat που δημοσιεύθηκαν τον Μάρτιο του 2026, ο αριθμός των εκτρεφόμενων προβάτων στην ΕΕ θα συρρικνωθεί κατά 17,8% και αιγών κατά 17,1% εντός ενός μόνο έτους. Στην Ισπανία, η μείωση του αριθμού των προβάτων φθάνει το 40,4%. Στην Ελλάδα, η μείωση είναι μικρότερη αλλά όχι αμελητέα. Στην ίδια περίοδο, η ευρωπαϊκή χοιροτροφία αυξάνει την παραγωγή της κατά 3,2%. Αυτό που βιώνει η εκτροφή των μικρών μηρυκαστικών δεν είναι κάμψη αλλά κατάρρευση και επιταχύνεται με ρυθμό που η ευρωπαϊκή στρατηγική, σχεδιασμένη με αναφορές σε εντατικά μοντέλα της Βορείου Ευρώπης, δεν έχει αντιληφθεί.

Αυτό που εξάγει ευρωπαϊκή αξία από τη βάση αυτή είναι κατά κύριο λόγο μία αλυσίδα: η φέτα ΠΟΠ. Σε διάστημα δεκαπενταετίας, η ποσότητα των εξαγωγών μας, έχει υπερδιπλασιαστεί και η συνολική αξία, εξαγωγές και εγχώρια, προσεγγίζει σήμερα συντηρητικά το 1,2 δισ. ευρώ. Η ανάπτυξη αυτή δεν προέκυψε χάρη σε σχεδιασμό, απεναντίας προέκυψε εν τη απουσία του, αξιοποιώντας τη νομική προστασία της ονομασίας, την ποιοτική φήμη του προϊόντος και τη ζήτηση σε αγορές όπου το αγελαδινό γάλα της Ευρώπης δέχεται διαρκή πίεση. Η φέτα δέχεται σήμερα διπλή πίεση. Εμπορική, με τη σχεδόν μόνιμη απαίτηση των Ηνωμένων Πολιτειών για την απελευθέρωση του ΠΟΠ χαρακτήρα στις αγορές τρίτων χωρών, και παραγωγική, με τη συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου από διαδοχικές υγειονομικές κρίσεις.

Στο σκέλος της κρεοπαραγωγής η εικόνα είναι λιγότερο κολακευτική. Στο πασχαλινό αμνοερίφιο, η Ρουμανία έχει ήδη υποκαταστήσει εν μέρει την εγχώρια παραγωγή ακόμη και στην ίδια την ελληνική αγορά. Στο μοσχάρι πάχυνσης, η εξάρτηση από εισαγωγές παραμένει συστημική, με την εγχώρια παραγωγή να καλύπτει κάτω του 17% της κατανάλωσης. Μια εθνική στρατηγική κτηνοτροφίας που αγνοεί αυτές τις τρεις διακριτές δυναμικές, παραγωγή πρόβειου και γίδινου γάλακτος με εξαγωγικό ενδιαφέρον, αμνοερίφιο σε διαρθρωτική υποχώρηση, κρεοπαραγωγός βοοτροφία σε χρόνια απομείωση, δεν έχει στην πραγματικότητα να σχεδιάσει τίποτα.

2. Από τη διαπίστωση στη πρόβλεψη των κρίσεων

Η Λέσβος δεν ήταν τυχαίο γεγονός. Ήταν η αναμενόμενη συνέπεια ενός διοικητικού μοντέλου που ενεργοποιείται μετά το συμβάν και όχι πριν. Δηλώνεται η εστία όταν εκδηλωθεί κρούσμα, και αποζημιώνει εκ των υστέρων εκείνους που έχουν ήδη χάσει το κοπάδι τους. Όταν ο αφθώδης πυρετός εμφανίστηκε τον Μάρτιο του 2026, η ταχύτητα οριοθέτησης των ζωνών περιορισμού κατά τον Κανονισμό 2020/687 υπολειπόταν δραματικά της ταχύτητας με την οποία ο ιός διαπερνούσε την τοπική οικονομία. Για τις εκμεταλλεύσεις των οποίων το κοπάδι δεν είχε ακόμη πληγεί, το κόστος ήταν ίδιο με αυτό όσων τα ζώα θανατώθηκαν. Αναστολή εμπορικών συναλλαγών, καθυστέρηση πληρωμών, αδυναμία διακίνησης ζώων. Τα τιμολόγια έγραφαν φέτα προέλευσης Λέσβου, και οι αγοραστές στην Γαλλία και τη Γερμανία διαβάζουν δελτία ζωονόσων προτού περάσουν παραγγελία.

Από τη διαπίστωση αυτή εκπορεύεται η αναγκαία μετατόπιση της ελληνικής στρατηγικής. Η βιοασφάλεια συνιστά το ίδιο το παραγωγικό μοντέλο. Η μετάβαση από τη διαπίστωση στη συστηματική πρόληψη και διαχείριση των κρίσεων σημαίνει ότι κάθε εκμετάλλευση πάνω από συγκεκριμένο μέγεθος αντιμετωπίζεται ως μονάδα με μετρήσιμο υγειονομικό αποτύπωμα. Προγραμματισμένη κτηνιατρική επίσκεψη, καταγραφή θνησιμότητας ανά ηλικιακή ομάδα, παρακολούθηση γαλακτοπαραγωγής ως προ-κλινικού δείκτη, υποχρεωτικά πρωτόκολλα εισαγωγής νέων ζώων, καραντίνα, διακριτή ροή για επισκέπτες κτηνιάτρους και προμηθευτές. Δεν πρόκειται για επινόηση. Πρόκειται για ό,τι ήδη εφαρμόζει με δικό του κόστος το βέλτιστο 1% των ελληνικών εκμεταλλεύσεων, και που μπορεί να καθιερωθεί ως βασική γραμμή του Σχεδίου της νέας ΚΑΠ, εφόσον αναγνωριστεί στις γεωργοπεριβαλλοντικές δράσεις και διασυνδεθεί με το ενιαίο δίχτυ ασφαλείας των 6,3 δισ. ευρώ ως μηχανισμός πρόληψης και όχι μόνον αντίδρασης.

Η θέση αυτή διαθέτει ήδη εκπρόσωπο στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Έκθεση Fidanza του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εγκριθείσα στις 30 Απριλίου 2026, ζητεί ρητά «ισχυρότερο συντονισμό σε επίπεδο ΕΕ ως προς τις στρατηγικές εμβολιασμού, τα συστήματα έγκαιρης ανίχνευσης και την ανταλλαγή δεδομένων, παράλληλα με μια κεντρική τράπεζα δεδομένων εμβολιασμού και μηχανισμούς αποζημίωσης για τους αγρότες που έχουν πληγεί από ζωονόσους». Η γραμμή αυτή ευθυγραμμίζεται πλήρως με τη μετατόπιση που προτείνεται εδώ και προσφέρει στην ελληνική πλευρά πολιτική κάλυψη για να την προωθήσει στο τραπέζι του Ιουνίου. Στα νότια σύνορα της Ευρώπης τα δελτία ζωονόσων θα συνεχίσουν να γράφονται. Το ερώτημα είναι αν θα τα διαβάζουμε αφού γίνουν εστίες ή πριν.

3. Το ζητούμενο της διατροφής των ζώων

Το σακί σόγιας στην αποθήκη κάθε ελληνικής κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης αποτελεί την αόρατη υποθήκη της παραγωγής. Όταν η τιμή του σογιάλευρου μεταβάλλεται κατά 30 ή 40 ευρώ τον τόνο εντός τριμήνου, όπως συνέβη πολλάκις την τελευταία διετία, η μεταβολή μεταφράζεται σε άμεση συμπίεση του περιθωρίου, την οποία η εκμετάλλευση δεν διαθέτει τρόπο να μετακυλίσει στους πελάτες της. Η τιμή παράδοσης γάλακτος έχει αναπτυχθεί σε δικό της κύκλο, αποσυνδεδεμένο από τις πραγματικές πιέσεις κόστους εισροών. Πρόκειται για αυτό που έχω αλλού περιγράψει ως zoon-flation: ένα φαινόμενο που γεννάται στις βιολογικές κρίσεις και τις διαταραχές της αλυσίδας, και μεταφέρεται γραμμικά στον κτηνοτρόφο ως μείωση καθαρού εισοδήματος.

Το πρόβλημα έχει ήδη αναγνωριστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η FEFAC, η ομοσπονδία των ευρωπαίων παρασκευαστών ζωοτροφών, εξέδωσε τον Σεπτέμβριο του 2025 μελέτη για τη στρατηγική εξάρτηση της ΕΕ από τρίτες χώρες και ιδιαίτερα την Κίνα ως προς τις βασικές βιταμίνες και τα αμινοξέα για τιςς ζωοτροφές. Η Κοινή Ανακοίνωση της Επιτροπής και της Ύπατης Εκπροσώπου για την οικονομική ασφάλεια, του Δεκεμβρίου 2025, αποτύπωσε επισήμως την ευπάθεια αυτή. Παράλληλα, στοιχεία της Greenpeace δείχνουν ότι 28,5 έως 32,6 δισ. ευρώ από την ΚΓΠ, δηλαδή το 18 με 20% του ετήσιου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, κατευθύνονται σε κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις ή σε φυτική παραγωγή προοριζόμενη για ζωοτροφές, ενώ το 71% της ευρωπαϊκής γεωργικής γης χρησιμοποιείται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο για διατροφή ζώων. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον το αν υπάρχει εξάρτηση. Αφορά το ποιος τη λύνει και πώς.

Η Ελλάδα οφείλει να μετατρέψει την ευρωπαϊκή αυτή αναγνώριση σε εθνική στόχευση. Τρεις είναι οι κατευθύνσεις. Πρώτη, οι περιοχές με ιστορική παράδοση σε ψυχανθή- Θεσσαλία, Δυτική Μακεδονία, Στερεά Ελλάδα- να καλυφθούν με στοχευμένες γεωργοπεριβαλλοντικές δράσεις που θα καταστήσουν τη μηδική και το βίκο ανταγωνιστικά μέρη της αμειψισποράς, με τιμή στόχου ικανή να αντισταθμίσει το διαφυγόν εισόδημα από βαμβάκι ή σιτηρά. Δεύτερη, η συμβολαιακή σύνδεση μεταξύ παραγωγών ψυχανθών και κτηνοτρόφων. Μια κάθετη ολοκλήρωση που σε άλλες χώρες προέκυψε αυθόρμητα και στην Ελλάδα παραμένει σχεδόν ανύπαρκτη. Μπορεί να χρηματοδοτηθεί από τα μη οριοθετημένα κεφάλαια των 28,12 δισ. ευρώ της νέας κατανομής. Τρίτη, η συστηματοποίηση χρήσης των αγροτοβιομηχανικών υποπροϊόντων ως ζωοτροφών: ελαιοπυρήνας, στέμφυλα, ορρός τυροκομείου, υποπροϊόντα μύλων, που σήμερα είτε καταστρέφονται είτε διοχετεύονται σε υποτυπώδη χρήση. Με σωστή τυποποίηση και πιστοποίηση, η ροή αυτή μπορεί να υποκαταστήσει 10 με 15% της εισαγόμενης πρωτεϊνούχου εισροής. Δεν πρόκειται για αμελητέο μέγεθος, όταν ο εθνικός λογαριασμός εισαγωγών ζωοτροφών υπερβαίνει συστηματικά το 1,2 δισ. ευρώ ετησίως.

4. Τα δεδομένα του αμελκτηρίου

Στο διάστημα μεταξύ Νοεμβρίου και Φεβρουαρίου, μια μέτρια ελληνική εκμετάλλευση μηρυκαστικών δηλώνει τα ίδια ζώα τέσσερις τουλάχιστον φορές, σε τέσσερις ασύνδετες βάσεις δεδομένων: στην κτηνιατρική βάση, στο ΟΣΔΕ, στο ηλεκτρονικό μητρώο εκμεταλλεύσεων και στη βάση του ΕΛΓΟ. Οι τέσσερις βάσεις δεν «μιλάνε» μεταξύ τους. Σε κάθε μετάβαση, ο κτηνοτρόφος ή ο σύμβουλός του εκτελεί την ίδια διαδικασία αντιγραφής δεδομένων, με ελαφρώς διαφορετικά πρότυπα και αυξημένα περιθώρια λάθους. Στους ελέγχους, οι αποκλίσεις ανάμεσα στις βάσεις μετατρέπονται σε διοικητικές κυρώσεις του δικαιούχου, παρότι η αιτία της απόκλισης ανάγεται στην έλλειψη διαλειτουργικότητας της ίδιας της δημόσιας διοίκησης.

Στη ρωγμή αυτή εγγράφεται και η συζήτηση για τον ηλεκτρονικό βώλο. Η εφαρμογή ενός μοντέλου ηλεκτρονικής αναγνώρισης μέσω στομαχικών βώλων ίσως έχει νόημα σε κρεοπαραγωγικά συστήματα, όπου η ταυτοποίηση συντελείται κατά τη σφαγή. Σε γαλακτοπαραγωγικά συστήματα όμως, η ταυτοποίηση απαιτείται καθημερινά στο αμελκτήριο, την ώρα της άμελξης. Το αμελκτήριο αποτελεί τον φυσικό κόμβο καταγραφής δεδομένων στη γαλακτοπαραγωγό κτηνοτροφία. Θα πρέπει ήδη να διαθέτει ήδη υποδομή RFID, σύνδεση με συστήματα διαχείρισης κοπαδιού και απευθείας πρόσβαση στα δεδομένα παραγωγής. Η επιβολή του βώλου ως υποχρεωτικού εργαλείου εποπτείας στις γαλακτοπαραγωγικές μονάδες δημιουργεί ένα πέμπτο σημείο καταγραφής το οποίο δεν προσθέτει πληροφορία αλλά αυξάνει το κόστος. Είναι η χαρακτηριστική περίπτωση όπου ψηφιακή πολιτική επιβάλλεται από πάνω, χωρίς διάλογο με το πεδίο.

Η διαλειτουργικότητα διαθέτει επιπλέον μια εμπορική διάσταση, την οποία η Ιταλία έχει ήδη τοποθετήσει αιχμηρά στο ευρωπαϊκό τραπέζι. Η υποχρεωτική σήμανση προέλευσης που ζητεί σταθερά η Coldiretti, και η απαίτηση ισοδυναμίας προτύπων στις εισαγωγές την οποία αρθρώνει η COPA-COGECA, προϋποθέτουν σύστημα παρακολούθησης που εκκινεί από το αμελκτήριο και καταλήγει στο ράφι. Η ελληνική στρατηγική κτηνοτροφίας οφείλει να συνταχθεί με την κατεύθυνση αυτή όχι ως απλός υποστηρικτής αλλά ως πάροχος των δομικών της στοιχείων. Ζητώντας μάλιστα τη συγχώνευση των παράλληλων ελληνικών βάσεων, την επίσημη αναγνώριση του αμελκτηρίου ως σημείου καταγραφής για τα γαλακτοπαραγωγικά συστήματα, και τον επανασχεδιασμό του χρονοδιαγράμματος του βώλου με γνώμονα τα παραγωγικά συστήματα όπου πραγματικά προσθέτει αξία.

5. Το ζώο ως αναγνωρίσιμο περιουσιακό στοιχείο

Όταν ένας 32χρονος συνεχίζει την οικογενειακή εκμετάλλευση 250 προβάτων Lacaune ή θέλει να ξεκινήσει νέα μονάδα 300 αιγοπροβάτων, η πρώτη επαφή με την τράπεζα είναι αποκαλυπτική. Η αξία του ζωικού κεφαλαίου, η οποία σε αγοραίες τιμές μπορεί να υπερβεί τα εκατό χιλιάδες ευρώ, σπανίως αναγνωρίζεται ως αποδεκτή εξασφάλιση δανείου. Η ίδια εκμετάλλευση που στα λογιστικά της βιβλία θα έπρεπε να αποτυπώνει τα ζώντα ζώα ως βιολογικά περιουσιακά στοιχεία, συχνά τα καταγράφει ως αόριστα παγία ή τα παραβλέπει λογιστικά, παρά την παραγωγική και χρηματοοικονομική τους σπουδαιότητα. Το αποτέλεσμα είναι ένα διαρθρωτικό χάσμα στη χρηματοδότηση. Η νέα γενιά κτηνοτρόφων διαθέτει πρόσβαση σε επιδοτήσεις πρώτης εγκατάστασης, αλλά όχι σε επενδυτική πίστη, ακριβώς διότι το βασικό της εργαλείο, η αξία των ζώων, δεν αναγνωρίζεται από το πολιτικό, φορολογικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η νέα ΚΓΠ εισάγει «δέσμη εκκίνησης» για νεοεισερχόμενους και υπηρεσίες αρωγής στην εκμετάλλευση. Τα εργαλεία αυτά θα αποδώσουν μόνον στον βαθμό που εξειδικεύονται για κτηνοτροφικά συστήματα. Με αναγνώριση του ζωικού κεφαλαίου ως στοιχείου ενεργητικού, με κρατικές εγγυήσεις δανείων που χρησιμοποιούν το κοπάδι ως εξασφάλιση, με συμβουλευτική καθοδήγηση που γνωρίζει τη διαφορά μεταξύ επένδυσης στην πάχυνση και σε επένδυση σε μονάδα παραγωγής γάλακτος. Αν η δέσμη εκκίνησης λειτουργήσει ως κατ’ αποκοπή ποσό, όπως είναι πιθανό απουσία εθνικής παρέμβασης, θα προστεθεί ως άλλο ένα μέτρο που η νέα γενιά θα παραλάβει χωρίς να λυθεί το ουσιώδες πρόβλημα. Η μετατροπή της ελληνικής κτηνοτροφίας σε επιχειρηματική και επενδυτική δραστηριότητα δεν είναι ζήτημα ευρωπαϊκής επιδότησης. Είναι ζήτημα του πώς το ελληνικό πολιτικό, φορολογικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα μαθαίνει να διαβάζει αριθμούς όπου το πολυτιμότερο στοιχείο είναι ζωντανό και αναπνέει.

6. Excellence Farms ως πυρήνες μετάβασης

Καμία στρατηγική δεν εφαρμόζεται οριζόντια σε πεδίο τόσο ετερογενές όσο η ελληνική κτηνοτροφία. Ό,τι λειτουργεί σε εκμετάλλευση 2.800 αιγοπροβάτων Lacaune με περιστρεφόμενο αμελκτήριο 60 θέσεων, δεν λειτουργεί σε εκτατική μονάδα 250 αυτοχθόνων προβάτων στις πλαγιές των Πιερίων. Η κλιμακωτή υιοθέτηση καλών πρακτικών απαιτεί κόμβους, δηλαδή κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις που λειτουργούν ως ζωντανά εργαστήρια, δοκιμάζουν πρακτικές, και μεταβάλλονται σε σημεία αναφοράς για άλλες. Το μοντέλο των Excellence Farms, που δοκιμάζεται διεθνώς και που πριν 10 ημέρες περίπου το παρουσιάσαμε στο συνέδριο EAAP-ASAS στις Αζόρες, παρέχει το πλαίσιο. Ένα δίκτυο επιλεγμένων εκμεταλλεύσεων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά καλής διαχείρισης, οι οποίες μετατρέπονται σε κόμβους εφαρμοσμένης έρευνας, εκπαίδευσης συμβούλων και πιλοτικής εφαρμογής νέων τεχνολογιών.

Η συγκυρία είναι ευνοϊκή. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών έχει ανακηρύξει το 2026 «Διεθνές Έτος Βοσκοτόπων και Ποιμένων». Η ίδια η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος, σε briefing που δημοσίευσε στις αρχές Απριλίου 2026 ως συνεισφορά στη Στρατηγική Κτηνοτροφίας, καταγράφει ότι οι εκτατικές και μικτές κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις της ΕΕ μειώθηκαν κατά πάνω από 70% μεταξύ 2010 και 2020, ενώ ο συνολικός αριθμός των ευρωπαϊκών αγροτικών εκμεταλλεύσεων μειώθηκε κατά 37% από το 2005 έως το 2020. Η ίδια Υπηρεσία υπολογίζει ότι απαιτούνται 7,8 εκατομμύρια ΜΜΖ σε επίπεδο ΕΕ-27 για τη διατήρηση των βιοτόπων που εξαρτώνται από βόσκηση κατά το Παράρτημα Ι της Οδηγίας Οικοτόπων. Στη Νότια Ευρώπη οι ίδιοι αυτοί βιότοποι επιτελούν επιπλέον λειτουργία πυροπροστασίας. Η εξασθένιση της εκτατικής βόσκησης συνδέεται άμεσα με τη συσσώρευση εύφλεκτης βιομάζας, και αυτό αποτελεί πια κοινό τόπο στα κείμενα της Επιτροπής για την ολοκληρωμένη διαχείριση πυρκαγιών.

Στην ελληνική περίπτωση, ένα δίκτυο πενήντα έως ογδόντα Excellence Farms που θα κάλυπτε τις βασικές παραγωγικές κατηγορίες, εντατική γαλακτοπαραγωγή αιγοπροβάτων, ημιεκτατική γαλακτοπαραγωγή σε ορεινούς όγκους, κρεοπαραγωγός βοοτροφία, βιολογική κτηνοτροφία, και θα συνδεόταν με τις γεωπονικές και κτηνιατρικές σχολές και τα ερευνητικά ιδρύματα, μπορεί να αποτελέσει τον μηχανισμό μετάβασης που το θεσμικό κράτος αδυνατεί να προσφέρει με κεντρικές παρεμβάσεις. Η χρηματοδότηση μπορεί να αντληθεί από τα κονδύλια καινοτομίας του προγράμματος Horizon Europe, σε συνδυασμό με τα κονδύλια συμβουλευτικών υπηρεσιών της νέας ΚΓΠ. Ο σχεδιασμός όμως πρέπει να γίνει στην Ελλάδα, με ελληνικές προτεραιότητες, ελληνικά κριτήρια επιλογής, και γεωγραφική κάλυψη που σέβεται τις περιφερειακές ιδιαιτερότητες. Δεν λείπει η μέθοδος. Λείπει η απόφαση να εφαρμοστεί.

7. Πού στεκόμαστε στον ευρωπαϊκό διάλογο

Η ευρωπαϊκή στρατηγική κτηνοτροφίας του Ιουνίου 2026 δεν θα συνταχθεί σε κενό αέρος. Στο τραπέζι των Βρυξελλών συγκρούονται τέσσερα στρατόπεδα με σαφείς προτεραιότητες, και όποιος δεν τοποθετηθεί ρητά απέναντί τους θα τοποθετηθεί έμμεσα. Η πτέρυγα για το κλίμα, με κύριους εκπροσώπους τη CONCITO, το Environmental Defense Fund Europe, τη Greenpeace, τη WWF, την EEB, τη BirdLife, την Clean Air Task Force και την Agora Agriculture ζητεί ένταξη της κτηνοτροφίας στο πλαίσιο πιστοποίησης CRCF, σταδιακή κατάργηση των 25 δισ. ευρώ της συνδεδεμένης ενίσχυσης για μηρυκαστικά, και μέτρα μείωσης κατανάλωσης κρέατος και γαλακτοκομικών. Η πτέρυγα της ευζωίας, Eurogroup for Animals, Compassion in World Farming, Four Paws, Humane World έχει συντονισμένη μαζική κινητοποίηση πολιτών για το τέλος της μεταφοράς ζώντων και την αναγνώριση των ζώων ως αισθητικών όντων στο ίδιο το κείμενο της Στρατηγικής. Η αγροτο-βιομηχανική πτέρυγα, COPA-COGECA, FEFAC, EFFAB, EDA και η ευρύτερη συμμαχία European Livestock Voice, αρθρώνει τη γραμμή της ισοδυναμίας προτύπων στις εισαγωγές, της διατήρησης της εισοδηματικής στήριξης ανά εκτάριο, και της απόρριψης κάθε νέας κλιματικής νομοθεσίας. Η πτέρυγα εκτατικών και βιολογικών συστημάτων, με την IFOAM Animal Husbandry Alliance και τη στήριξη της EEA, διεκδικεί διακριτή μεταχείριση των εκτατικών μοντέλων ως δημόσιων αγαθών.

Η Ελλάδα δεν εντάσσεται αυτούσια σε καμία από τις τέσσερις. Δεν διαθέτει βιομηχανική κτηνοτροφία στην κλίμακα της Ολλανδίας ή της Δανίας ώστε να συνταχθεί άκριτα με την COPA. Δεν διαθέτει την προοδευτική κουλτούρα προστασίας ζώων που τροφοδοτεί τη γραμμή της Compassion in World Farming. Δεν διαθέτει την κλιματική πολυτέλεια της Σκανδιναβίας ώστε να ζητήσει σταδιακή μείωση της κτηνοτροφίας ως μετάβαση. Διαθέτει όμως κρίσιμη δομική θέση. Είναι από τις λίγες χώρες της ΕΕ όπου τα μικρά μηρυκαστικά παραμένουν πραγματικός παραγωγικός κορμός, η εκτατική και ημιεντατική κτηνοτροφία αποτελεί τη νόρμα και όχι την εξαίρεση, και η αξιακή αλυσίδα της φέτας ΠΟΠ συνιστά μέγεθος ευρωπαϊκής εμβέλειας.

Από αυτή την οπτική, ο φυσικός εταίρος της ελληνικής θέσης δεν είναι κανένα από τα τέσσερα στρατόπεδα αυτούσιο, αλλά χρήσιμο θεσμικό σημείο σύγκλισης για την ελληνική θέση είναι η παραγωγική και μεσογειακή γραμμή που αποτυπώνεται στην Έκθεση Fidanza. Η έκθεση αυτή, εγκριθείσα στις 30 Απριλίου 2026, αναπτύσσει ατζέντα ταυτόχρονα παραγωγική και ρεαλιστική. Στρατηγική βασισμένη σε δεδομένα και σε συστήματα παραγωγής ακριβείας, διασφάλιση κονδυλίων ΚΑΠ, ισχυρότερη προστασία γεωγραφικών ενδείξεων, συντονισμός εμβολιαστικών στρατηγικών σε επίπεδο ΕΕ, αξιοποίηση κοπριάς έναντι των συνθετικών λιπασμάτων. Πρόκειται για το μεσογειακό πλαίσιο εντός του οποίου η ελληνική θέση μπορεί να λειτουργήσει διακριτά και συμπληρωματικά προσθέτοντας αυτό που στην ιταλική και γαλλική προσέγγιση παραμένει υποαναπτυγμένο: την αναγνώριση της εκτροφής γαλακτοπαραγωγών προβάτων και αιγών ως αυτοτελούς στρατηγικής κατηγορίας με δικά της εργαλεία πολιτικής.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική κτηνοτροφίας του δεύτερου τριμήνου του 2026 θα συνταχθεί από όσους έσπευσαν να καταθέσουν τις θέσεις τους στη δημόσια διαβούλευση και διαμορφώνουν το πλαίσιο σε παράλληλα κανάλια, από την Έκθεση Fidanza του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έως τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, από τη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Γεωργίας και Τροφίμων έως τα briefings της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος. Η ελληνική φωνή, αν δεν αρθρώσει αντίστοιχη θέση τις προσεχείς εβδομάδες, θα κληθεί να εφαρμόσει στρατηγική στη συγγραφή της οποίας δεν συμμετείχε. Το έχουμε ξαναζήσει με την ΚΓΠ 2023-2027. Η επανάληψη του λάθους κοστίζει επτά χρόνια και αυτή τη φορά κοστίζει επιπροσθέτως ένα 17,8% ζωικού κεφαλαίου που δεν θα προλάβει να επανέλθει.

Η ελληνική κτηνοτροφία δεν χρειάζεται περισσότερα ευρώ. Χρειάζεται ένα κράτος που να γνωρίζει τι παράγει και τι «αγοράζει» από τις Βρυξέλλες, ένα τραπεζικό σύστημα που να γνωρίζει τι χρηματοδοτεί και μια πολιτική και υπηρεσιακή ηγεσία που να γνωρίζει τι προλαμβάνει.

Τα τρία μαζί απαρτίζουν αυτό που λείπει. Τα τρία μαζί χωρούν σε μια εθνική στρατηγική, αν αρθρωθεί έγκαιρα.

Posted in

Discover more from Ioannis Kaimakamis, PhD

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading