Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να περιορίζεται στο κόστος παραγωγής. Φορολογία, κρατική στήριξη και διαφορετικοί κανόνες επηρεάζουν επίσης τους πραγματικούς κανόνες του παιχνιδιού.

Όταν μιλάμε για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής κτηνοτροφίας, συνήθως μιλάμε για κόστος παραγωγής, παραγωγικότητα, μέγεθος μονάδων, τεχνολογία, εργασία και καθετοποίηση. Και σωστά. Αυτά είναι τα πρώτα πράγματα που πρέπει να κοιτάξει κανείς όταν προσπαθεί να καταλάβει γιατί μια επιχείρηση μπορεί να παράγει φθηνότερα από μια άλλη. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ερώτηση που θεωρώ ότι στην Ευρώπη αποφεύγουμε αρκετές φορές να κάνουμε. Πόσο από τον ανταγωνισμό που αντιμετωπίζει σήμερα η ευρωπαϊκή κτηνοτροφική παραγωγή γίνεται πραγματικά με τους ίδιους όρους;

Η περίπτωση της Ουκρανίας είναι ενδιαφέρουσα ακριβώς γι’ αυτό. Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε μεγάλες καθετοποιημένες ουκρανικές επιχειρήσεις τροφίμων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον κλάδο των πουλερικών, να αποκτούν όλο και μεγαλύτερη παρουσία στην ευρωπαϊκή αγορά. Και πλέον η παρουσία αυτή δεν περιορίζεται στις εξαγωγές. Βλέπουμε επενδύσεις και εξαγορές παραγωγικών επιχειρήσεων μέσα στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για να είμαστε όμως δίκαιοι στη συζήτηση, ένα μέρος του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος αυτών των επιχειρήσεων είναι πραγματικό και δεν πρέπει να το υποτιμούμε. Μεγάλη κλίμακα, καθετοποίηση, χαμηλότερο εργατικό κόστος και σε αρκετές περιπτώσεις πολύ αποτελεσματικό management. Δεν χρειάζεται να αμφισβητήσουμε τίποτε από αυτά για να δούμε ότι δεν είναι όλη η εικόνα.

Υπάρχει και η φορολογική διάσταση. Η Ουκρανία έχει χρησιμοποιήσει διαχρονικά ειδικά φορολογικά καθεστώτα για τη γεωργία, τα οποία έχουν λειτουργήσει ως ένας διαφορετικός μηχανισμός στήριξης του αγροτικού τομέα. Η οικονομική σημασία εδώ είναι μεγάλη, γιατί η στήριξη δεν χρειάζεται να πάρει τη μορφή μιας κλασικής επιδότησης για να επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα μιας επιχείρησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του OECD που εξετάστηκαν για το άρθρο, η φορολογική στήριξη προς τον ουκρανικό αγροτικό τομέα ήταν περίπου 330 εκατ. δολάρια το 2024, ενώ το 2021 είχε πλησιάσει τα 870 εκατ. δολάρια.  Πρόκειται για μεγέθη που αξίζει να έχουμε υπόψη όταν επιχειρούμε να συγκρίνουμε το κόστος και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής με την ουκρανική.

Και εδώ για μένα αρχίζει η πιο ενδιαφέρουσα συζήτηση. Όταν ένα φορολογικό καθεστώς επιτρέπει σε μια επιχείρηση να διατηρεί περισσότερο κεφάλαιο μέσα στον οργανισμό της, αυτό το κεφάλαιο μπορεί στη συνέχεια να χρηματοδοτήσει επενδύσεις, επέκταση παραγωγικής δυναμικότητας, εξαγορές ή μια πιο επιθετική εμπορική πολιτική. Η επίδραση επομένως δεν τελειώνει στο φορολογικό έτος στο οποίο δημιουργείται. Συσσωρεύεται. Και όταν επιχειρήσεις που έχουν αναπτυχθεί μέσα σε αυτό το διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον αρχίζουν να αποκτούν παραγωγικά assets μέσα στην Ευρώπη, η συζήτηση παύει σταδιακά να αφορά μόνο τις εισαγωγές φθηνότερων προϊόντων. Αρχίζει να αφορά και το ποιος διαθέτει το κεφάλαιο για να αγοράσει, να συγκεντρώσει και τελικά να αναδιαμορφώσει κομμάτια της ίδιας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας τροφίμων.

Από την άλλη πλευρά, ο Ευρωπαίος κτηνοτρόφος και η ευρωπαϊκή μεταποιητική επιχείρηση λειτουργούν μέσα σε ένα όλο και πιο απαιτητικό πλαίσιο. Περιβάλλον, ευζωία των ζώων, ιχνηλασιμότητα, ασφάλεια τροφίμων, εργασιακές απαιτήσεις, εκπομπές, επενδύσεις συμμόρφωσης. Δεν υποστηρίζω ότι αυτά πρέπει να καταργηθούν. Πολλά αποτελούν μέρος του ευρωπαϊκού παραγωγικού μοντέλου και τελικά μέρος της αξίας του προϊόντος που παράγουμε. Αλλά υπάρχει μια αντίφαση που πρέπει κάποια στιγμή να συζητήσουμε σοβαρά. Δεν μπορούμε από τη μία να αυξάνουμε συνεχώς τις απαιτήσεις και επομένως το κόστος παραγωγής μέσα στην Ευρώπη και από την άλλη να συγκρίνουμε απλώς την τελική τιμή ενός ευρωπαϊκού και ενός εισαγόμενου προϊόντος σαν να ξεκινούν όλοι από την ίδια αφετηρία.

Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει της ευρωπαϊκής πορείας της Ουκρανίας. Και εδώ θεωρώ ότι χρειάζεται προσοχή. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι να κλείσει η Ευρώπη τα σύνορά της, ούτε να αντιμετωπίσει την Ουκρανία ως αντίπαλο. Η Ουκρανία χρειάζεται την Ευρώπη και η Ευρώπη χρειάζεται την Ουκρανία. Ακριβώς όμως επειδή μιλάμε για μια χώρα που έχει ευρωπαϊκή προοπτική, η διαδικασία σύγκλισης δεν μπορεί να αφορά μόνο τα standards των προϊόντων. Θα πρέπει σταδιακά να αφορά και τους οικονομικούς, φορολογικούς και θεσμικούς όρους μέσα στους οποίους λειτουργούν οι επιχειρήσεις. Αν στο τέλος θέλουμε μία ενιαία αγορά, πρέπει να έχουμε και μια σοβαρή συζήτηση για το πόσο συγκρίσιμοι είναι οι κανόνες μέσα σε αυτήν.

Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά, που δεν πρέπει να την κρύβουμε πίσω από αυτή τη συζήτηση. Η ελληνική και γενικότερα η ευρωπαϊκή κτηνοτροφία δεν μπορεί να απαντήσει στις αλλαγές του διεθνούς ανταγωνισμού απλώς ζητώντας περισσότερη προστασία ή περισσότερες ενισχύσεις. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερες και καλύτερα οργανωμένες εκμεταλλεύσεις, όπου αυτό είναι οικονομικά και παραγωγικά εφικτό, περισσότερες συνεργασίες, τεχνολογία, καθετοποίηση, επαγγελματικό management, επενδύσεις και πολύ μεγαλύτερη πειθαρχία στο κόστος. Σε αυτά έχουμε αρκετή δουλειά να κάνουμε μόνοι μας. Το ένα όμως δεν αναιρεί το άλλο. Μπορούμε να απαιτούμε από την ευρωπαϊκή παραγωγή να γίνει περισσότερο ανταγωνιστική και ταυτόχρονα να απαιτούμε από την ευρωπαϊκή πολιτική να διασφαλίζει ότι ο ανταγωνισμός γίνεται με κανόνες που είναι όσο το δυνατόν περισσότερο συγκρίσιμοι.

Για μένα εκεί βρίσκεται τελικά και το ουσιαστικότερο σημείο. Competitiveness και level playing field δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Η ανταγωνιστικότητα δεν είναι μόνο ποιος καταφέρνει να βάλει το φθηνότερο προϊόν στην αγορά. Είναι παραγωγικότητα, κλίμακα, τεχνολογία και management, αλλά είναι επίσης κεφάλαιο, φορολογία, regulation και εμπορική πολιτική. Αν θέλουμε λοιπόν να κάνουμε σοβαρή συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας και κτηνοτροφίας, πρέπει κάποια στιγμή να αρχίσουμε να τα βάζουμε όλα αυτά στην ίδια εξίσωση.

Γιατί διαφορετικά θα συνεχίσουμε να κοιτάμε μόνο την τιμή στο τέλος της αλυσίδας και να αναρωτιόμαστε γιατί η ευρωπαϊκή παραγωγή χάνει έδαφος.

Posted in

Discover more from Ioannis Kaimakamis, PhD

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading