Limited. Heterogeneous. Contradictory. Οι τρεις αυτές λέξεις επανέρχονται με επίμονη συχνότητα στις 48 σελίδες της επιστημονικής έκθεσης που δημοσίευσε η EFSA στις 13 Μαΐου, λίγες μόλις εβδομάδες πριν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαράξει τη νέα Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Κτηνοτροφία στο πλαίσιο της νέας ΚΑΠ.
Τυπικά, πρόκειται για χαρτογράφηση των διαθέσιμων μέτρων αντιμετώπισης του κινδύνου από 25 ασθένειες των ζώων που προκαλούνται από παράσιτα, ιούς ή βακτήρια και μεταφέρονται μέσω άλλων ζωντανών οργανισμών. Κουνουπιών, τσιμπουριών, ψύλλων. Από τον καταρροϊκό πυρετό και την οζώδη δερματίτιδα μέχρι τη νόσο του Δυτικού Νείλου και τον πυρετό της κοιλάδας του Rift.
Το κείμενο, κατά την άποψή μου, λειτουργεί ως μια σπάνια στιγμή θεσμικής τιμιότητας. Διότι η ίδια η αρχή που στηρίζει επιστημονικά τη νομοθεσία για την Υγεία των Ζώων παραδέχεται, σχεδόν σε κάθε κρίσιμο κεφάλαιο, ότι η εμπειρική βάση πολλών παρεμβάσεων παραμένει περιορισμένη, ετερογενής ή και αντιφατική.
Στους περιορισμούς μετακίνησης ζώων, ίσως το πιο χαρακτηριστικό εργαλείο της ευρωπαϊκής διαχείρισης κρίσεων, η EFSA εντοπίζει μόλις 18 σχετικές δημοσιεύσεις, που αφορούν έξι μόνο νοσήματα. Όλες είναι αναλύσεις προσομοίωσης. Καμία δεν τεκμηριώνει στο πεδίο την αυτοτελή αποτελεσματικότητα μιας απαγόρευσης μετακινήσεων. Η ίδια η έκθεση αναγνωρίζει ότι η αποτελεσματικότητα των περιορισμών «is difficult to quantify in real-world outbreaks».
Πιο ενδιαφέρουσα ακόμη είναι η ευθύτητα με την οποία η EFSA παραθέτει το συμπέρασμα των Tildesley et al., σύμφωνα με το οποίο «the cost of any movement ban is greater than the epidemiological benefits». Η παρατήρηση αποκτά ιδιαίτερο βάρος αν θυμηθεί κανείς την ένταση με την οποία εφαρμόστηκαν και εφαρμόζονται ανάλογα μέτρα στην Ελλάδα.
Για τη θανάτωση των ζώων ως μέτρο ελέγχου, τα ευρήματα διαφέρουν ανά νόσημα και έχουν αντιφάσεις μεταξύ τους. Για τη βιοασφάλεια, 92 βιβλιογραφικές αναφορές καταγράφουν τις ίδιες πρακτικές άλλοτε ως προστατευτικούς και άλλοτε ως επιβαρυντικούς παράγοντες. Για τον έλεγχο των φορέων, η εργαστηριακή αποτελεσματικότητα εντομοκτόνων είναι υψηλή. Τα δεδομένα πεδίου ωστόσο, εκείνα που θα συνέδεαν τη μείωση των φορέων με πραγματική μείωση της νόσου, παραμένουν περιορισμένα όπως αναγνωρίζει η ίδια η EFSA.
Ακόμη και η επιτήρηση, που η ίδια η έκθεση χαρακτηρίζει ακρογωνιαίο λίθο της διαχείρισης αυτών των νοσημάτων, συνοδεύεται από εκτεταμένη αναφορά σε κενά. Από την ευαισθησία διαγνωστικών δοκιμασιών μέχρι τη γεωγραφική κάλυψη της επιτήρησης σε ολόκληρες περιοχές της ΕΕ.
Η διαπίστωση αυτή ίσως να είναι η πιο χρήσιμη συνεισφορά της έκθεσης. Η παραδοχή δηλαδή ότι ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής βιοασφάλειας στηρίζεται περισσότερο σε αρχές προφύλαξης και υποθέσεις μοντελοποίησης, παρά σε ισχυρή επικύρωση από το πεδίο.
Και εδώ ακριβώς μετατοπίζεται το πραγματικό ερώτημα για τη νέα Ευρωπαϊκή Στρατηγική Κτηνοτροφίας. Με ποιον τρόπο η Ευρώπη θα συνεχίσει να εμφανίζει τόσο υψηλό βαθμό ρυθμιστικής βεβαιότητας, δηλαδή ζώνες, απαγορεύσεις μετακινήσεων, πολιτικές stamping-out, όταν η ίδια η επιστημονική βάση που τα στηρίζει περιγράφεται ως limited, heterogeneous, contradictory.
Το ερώτημα αυτό, που οφείλει να απαντηθεί πριν την Στρατηγική του Ιουνίου, είναι ένα και απρόσμενα ελληνικό.
Πού βρίσκεται η Ελλάδα σε αυτή τη συζήτηση;
Η απάντηση είναι παράδοξη. Η Ελλάδα ανήκει σταθερά στις πιο εκτεθειμένες χώρες της Ένωσης σε τέτοια νοσήματα. Διαδοχικά κύματα καταρροϊκού πυρετού από το 1998. Η οζώδης δερματίτιδα που εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό έδαφος στον Έβρο το 2015. Εποχιακή ενδημική παρουσία του ιού του Δυτικού Νείλου από το 2010. Η χώρα έχει βιώσει σχεδόν όλο το φάσμα των κρίσεων που η EFSA χαρτογραφεί στις 48 σελίδες της.
Και ταυτόχρονα παραμένει από τις πιο αόρατες όταν συζητούνται οι κανόνες.
Στις 386 βιβλιογραφικές αναφορές της έκθεσης, οι ελληνικές αναφορές είναι ισχνές. Υπάρχουν φυσικά εξαιρέσεις, ερευνητικές ομάδες σε ελληνικά πανεπιστήμια και ινστιτούτα που έχουν δημοσιεύσει αξιόλογη δουλειά, αλλά η συνολική παραγωγή σε σχέση με το μέγεθος της έκθεσης της χώρας σε κίνδυνο παραμένει αναντίστοιχη. Η Ελλάδα ήταν το πεδίο πολλών εξ αυτών των επιδημιών, σπάνια όμως η φωνή που τις ερμήνευσε επιστημονικά.
Στη θεσμική εκπροσώπηση, το ίδιο παράδοξο. Το πρόγραμμα EUPAHW SOA15 για τη βιοασφάλεια στα μικρά μηρυκαστικά, εκείνο που η EFSA ευχαριστεί ονομαστικά στο τέλος της έκθεσης, δεν παρουσιάζει ελληνική συμμετοχή, την ώρα που η Ελλάδα φιλοξενεί τον μεγαλύτερο ίσως πληθυσμό μικρών μηρυκαστικών στην Ευρώπη και τη σημαντικότερη ΠΟΠ τυροκομική αλυσίδα.
Στη δημόσια συζήτηση εντός Ελλάδας, η εικόνα είναι περισσότερο σιωπή παρά διάλογος. Η νέα Ευρωπαϊκή Στρατηγική Κτηνοτροφίας θα ψηφιστεί τον Ιούνιο χωρίς προηγηθείσα εθνική στρατηγική, χωρίς δημόσιο position paper των ελληνικών αρχών, χωρίς συντονισμένη παρέμβαση των μεγάλων οργανώσεων κτηνοτρόφων και μεταποιητών. Οι ελάχιστες φωνές που έχουν ανοίξει συζήτηση λειτουργούν κατά βάση εκτός θεσμικού πλαισίου.
Στη διαπραγμάτευση, τέλος, η ελληνική στάση παραμένει χρόνια αντιδραστική. Η χώρα μαθαίνει τους κανόνες όταν επιβάλλονται και τους αντιμετωπίζει όταν επιφέρουν κόστος. Σπάνια διαπραγματεύεται.
Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο που η νέα Στρατηγική θα παγιώσει, εκτός αν αλλάξει κάτι τις επόμενες εβδομάδες. Η Ελλάδα θα συνεχίσει να υφίσταται τις συνέπειες ενός ρυθμιστικού πλαισίου το οποίο όπως η ίδια η EFSA τώρα παραδέχεται, δεν έχει επαρκή εμπειρική βάση, χωρίς να έχει συνεισφέρει συστηματικά στη συγκρότηση αυτής της βάσης ούτε στη διαμόρφωση των μέτρων.
Τι θα μπορούσε να αλλάξει αυτή την εικόνα πριν τον Ιούνιο;
Καταρχάς, μια εθνική θέση γραμμένη. Μια τεκμηριωμένη πρόταση. Ποιες ελληνικές περιπτώσεις θα έπρεπε να ενταχθούν στην ευρωπαϊκή επιστημονική βάση, ποιες παρεμβάσεις απαίτησαν προσαρμογές για να λειτουργήσουν, ποιοι δείκτες βιοασφάλειας έχουν πραγματικό νόημα και ποιοι όχι. Δεύτερον, ένας μηχανισμός διοχέτευσης της ελληνικής εμπειρίας προς τις ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων, διότι οι ρυθμίσεις χτίζονται πάνω σε συστηματικές ανασκοπήσεις βιβλιογραφίας, και ό,τι δεν δημοσιεύεται παύει να υπάρχει επιστημονικά. Τρίτον, μια συντονισμένη συμμετοχή σε διεπιστημονικά consortia όπως το EUPAHW, με ελληνική παρουσία σε συγκεκριμένες ομάδες εργασίας. Και τέταρτον, μια έγκαιρη παρέμβαση Ελλήνων ευρωβουλευτών, του ΥπΑΑΤ και ελληνικών κλαδικών οργανώσεων προς την DG SANTE και την Επιτροπή Γεωργίας, με συγκεκριμένη ατζέντα. Η νέα Στρατηγική οφείλει να απαιτήσει field validation των μέτρων που εφαρμόζονται με κανονιστική βεβαιότητα.
Τίποτα από αυτά δεν είναι ανέφικτο. Όλα ωστόσο απαιτούν επιλογή και η επιλογή προϋποθέτει συνείδηση της θέσης που κατέχουμε.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να παραμένει το πεδίο μιας συζήτησης που γίνεται αλλού. Όσο η ευρωπαϊκή ρύθμιση χτίζεται πάνω σε εμπειρική βάση που η ίδια χαρακτηρίζει περιορισμένη, η μη συμμετοχή ισοδυναμεί με σιωπηρή συναίνεση.
Και η σιωπηρή συναίνεση, όταν αφορά τα μέτρα που εφαρμόζονται πάνω στους έλληνες κτηνοτρόφους, έχει συγκεκριμένο τιμολόγιο.
