Τις τελευταίες ημέρες επεξεργάζομαι σε περιβάλλον QGIS τα γεωγραφικά δεδομένα των εστιών ευλογιάς των αιγοπροβάτων στην Ελλάδα, συνδυάζοντάς τα με το υδρογραφικό δίκτυο, τις λίμνες, τους ποταμούς και τα σημαντικότερα υδάτινα οικοσυστήματα.

Η εικόνα παρουσιάζει ενδιαφέρον. Σε αρκετές περιοχές της Μακεδονίας, της Θράκης, της Θεσσαλίας και της Δυτικής Ελλάδας παρατηρούνται συγκεντρώσεις εστιών κοντά σε ποτάμια συστήματα, υγροτόπους και πεδινές ζώνες με έντονη κτηνοτροφική δραστηριότητα. Αυτό, βέβαια, δεν αποδεικνύει ότι τα υδάτινα οικοσυστήματα ευθύνονται για τη διασπορά της ευλογιάς. Η συγκεκριμένη νόσος μεταδίδεται κυρίως μέσω επαφής με μολυσμένα ζώα και μέσω μολυσμένων υλικών και εξοπλισμού. Ωστόσο, η γεωγραφική διάταξη των εστιών μάς υποχρεώνει να εξετάσουμε συστηματικότερα τις περιβαλλοντικές και ανθρωπογενείς μεταβλητές που ενδεχομένως επηρεάζουν τη διασπορά.

Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ένα σημαντικό κενό στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε τις κτηνοτροφικές επενδύσεις στην Ελλάδα.

Όταν αξιολογούμε την εγκατάσταση μιας νέας μονάδας, εξετάζουμε το κόστος γης, την πρόσβαση σε ζωοτροφές, τις υποδομές, τις αποστάσεις μεταφοράς, τη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού και τις περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις. Σπανίως, όμως, ενσωματώνουμε μια τεκμηριωμένη εκτίμηση του χωρικού επιδημιολογικού κινδύνου.

Κι όμως, μια επένδυση 1.000 αιγοπροβάτων με ορίζοντα λειτουργίας 15 ή 20 ετών δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση το CAPEX, το EBITDA, το IRR και την ικανότητα εξυπηρέτησης του δανεισμού. Πρέπει να εξετάζουμε και την πιθανότητα ενός υγειονομικού συμβάντος που μπορεί να διακόψει την παραγωγή, να απαξιώσει το ζωικό κεφάλαιο και να μεταβάλει ουσιαστικά τις προβλεπόμενες ταμειακές ροές.

Θεωρώ ότι έχει έρθει η στιγμή να ενσωματώσουμε στα επενδυτικά μοντέλα έναν χωρικό δείκτη επιδημιολογικού κινδύνου (Spatial Epidemiological Risk Index). Έναν δείκτη που θα συνδυάζει την ιστορική παρουσία νοσημάτων, την πυκνότητα των εκτροφών, τις μετακινήσεις ζώων, την εγγύτητα σε μεταφορικούς άξονες, τα υδρολογικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, καθώς και την πραγματική δυνατότητα εφαρμογής μέτρων βιοασφάλειας.

Η προσέγγιση αυτή δεν αφορά μόνο την ευλογιά. Αφορά συνολικά τη διαχείριση των διασυνοριακών νοσημάτων των παραγωγικών ζώων, με διαφορετική βαρύτητα των παραγόντων κινδύνου ανά νόσημα. Για εμένα, το ζήτημα ξεπερνά την επιδημιολογία. Είναι ζήτημα αγροτικής οικονομίας, χρηματοδότησης και μακροχρόνιας ανθεκτικότητας των επενδύσεων.

Μέχρι σήμερα αξιολογούμε κυρίως πόσο αποδοτική μπορεί να γίνει μια κτηνοτροφική μονάδα, ίσως πρέπει να αρχίσουμε να αξιολογούμε με την ίδια σοβαρότητα και πόσο ευάλωτη μπορεί να αποδειχθεί.

Posted in