Η διαχείριση της ευλογιάς έχει εισέλθει σε μια διαφορετική φάση. Σχεδόν μισό εκατομμύριο ζώα θανατωμένα και περισσότερες από 2.000 εστίες από το 2024. Στο αποκορύφωμα της κρίσης, τα περιοριστικά μέτρα δικαιολογήθηκαν πλήρως. Σήμερα όμως το κρίσιμο διακύβευμα έχει αλλάξει.
Ας γίνω σαφής ως προς τη συζήτηση. H σημερινή μου τοποθέτηση δεν αφορά μια συζήτηση «χαλάρωσης» των μέτρων. Αφορά τη μετάβαση από ένα οριζόντιο και καθολικό μοντέλο διαχείρισης σε ένα σύστημα διακυβέρνησης βασισμένο στον κίνδυνο. Πρόκειται για δύο ριζικά διαφορετικά πράγματα και η σύγχυσή τους είναι ακριβώς αυτό που παγιδεύει σήμερα τη δημόσια συζήτηση. Το ίδιο είχε συμβεί και στην περίπτωση των μετακινούμενων.
Το πραγματικό ερώτημα πολιτικής σήμερα είναι τι συμβαίνει όταν ένα έκτακτο μέτρο παρατείνεται επ’ αόριστον; Διότι το ενωσιακό πλαίσιο δεν σχεδιάστηκε για μόνιμες καταστάσεις εξαίρεσης.
Ο Κανονισμός 429/2016 για την υγεία των ζώων και ο 2020/687 οικοδομούν ένα σύστημα προσωρινών, αναλογικών και βασισμένων στον κίνδυνο μέτρων, τα οποία προϋποθέτουν συνεχή επανεκτίμηση και σταδιακή ανάκτηση του καθεστώτος ελευθερίας μόλις ο κίνδυνος υποχωρήσει. Η περιοδική επαναξιολόγηση δεν αποτελεί προαιρετική ευχέρεια της Διεύθυνσης Κτηνιατρικής του ΥΠΑΑΤ, αλλά δομικό στοιχείο της ίδιας της νομικής αρχιτεκτονικής του συστήματος. Ο παράγοντας χρόνος, με άλλα λόγια, είναι ενσωματωμένος στον ίδιο τον κανόνα. Αυτό είναι το πρώτο κρίσιμο κρατούμενο.
Εδώ ακριβώς ανακύπτει και το ζήτημα της αναλογικότητας. Ένα μέτρο απολύτως αναγκαίο τον πρώτο μήνα μιας εστίας μπορεί να καταστεί δυσανάλογο τον πέμπτο, τον έκτο ή τον δωδέκατο. Η αναλογικότητα δεν εξετάζεται άπαξ, επανεξετάζεται διαρκώς. Και όταν υπάρχουν διαθέσιμα, διεθνώς κωδικοποιημένα εργαλεία μετριασμού του κινδύνου όπως αυτά που προβλέπονται στο Κεφάλαιο 14.9 του Κώδικα του WOAH για το ασφαλές εμπόριο ζώων αναπαραγωγής, τότε η εμμονή σε μια καθολική, οριζόντια απαγόρευση παύει σταδιακά να αποτελεί το «έσχατο αναγκαίο μέτρο» και αρχίζει να προσεγγίζει περισσότερο τη θεσμική αδράνεια. Αυτό είναι το δεύτερο κρίσιμο κρατούμενο.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη διάσταση, εξίσου σημαντική, που αφορά την ίδια την αποτελεσματικότητα της πολιτικής διαχείρισης. Όπως ανέλυσα στην πρόσφατη δημοσίευσή μου στο Veterinary and Animal Science, η διαχείριση μιας νόσου Κατηγορίας Α είναι και ένα πρόβλημα συλλογικής δράσης. Όσο αυστηρότερες και πιο απόλυτες γίνονται οι υποχρεώσεις, τόσο ασθενέστερο γίνεται το ατομικό κίνητρο συμμόρφωσης. Κανόνες που δεν παράγουν συμμόρφωση επιβάλλουν τελικά κόστος χωρίς αντίστοιχο όφελος και διαβρώνουν τη νομιμοποίηση που απαιτείται για τη μελλοντική τους εφαρμογή. Αυτό είναι το τρίτο κρίσιμο κρατούμενο.
Όταν το σύστημα δεν παρέχει έναν ορατό και αξιόπιστο μηχανισμό εξόδου, η σχέση κράτους και παραγωγού μετατρέπεται σταδιακά από συνεργατική σε αμυντική. Η εμπιστοσύνη φθίνει. Ένα καθεστώς που στερείται αξιόπιστης στρατηγικής εξόδου δεν είναι μόνο νομικά ευάλωτο. Είναι και επιχειρησιακά αυτοϋπονομευόμενο.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, είναι στρατηγικό. Η παρατεταμένη απαγόρευση ανασύστασης και εισαγωγής βελτιωμένου γενετικού υλικού μετατρέπει σταδιακά ένα υγειονομικό σοκ σε διαρθρωτική αποεπένδυση. Κάθε μήνας χωρίς ανανέωση σημαίνει απώλεια παραγωγικότητας, γήρανση του ζωικού κεφαλαίου και επιβράδυνση της τεχνολογικής προόδου των εκμεταλλεύσεων. Το πραγματικό κόστος της κρίσης δεν μετριέται μόνο στα ζώα που θανατώθηκαν, αλλά και στα ζώα που δεν θα γεννηθούν ποτέ, στις εκμεταλλεύσεις που δεν θα ανανεωθούν και στις επενδύσεις που δεν θα πραγματοποιηθούν.
Για μια χώρα που στηρίζει μια εξαγωγική αλυσίδα Φέτας ΠΟΠ αξίας σχεδόν ενός δισεκατομμυρίου ευρώ, η διατήρηση μιας αόριστης και καθολικής απαγόρευσης αποτελεί πολιτική με μακροπρόθεσμες συνέπειες και μάλιστα συνέπειες που πλήττουν δυσανάλογα τους ίδιους τους παραγωγούς.
Η συζήτηση, επομένως, δεν πρέπει να διεξάγεται με όρους «άρσης ή μη άρσης» των μέτρων. Πρέπει να διεξάγεται με όρους θεσμικού επανασχεδιασμού. Και αυτό σημαίνει τρία πολύ συγκεκριμένα πράγματα.
Πρώτον, θεσμοθέτηση υποχρεωτικής περιοδικής επανεξέτασης κάθε ζώνης περιορισμού με αντικειμενικά επιδημιολογικά κατώφλια λήξης. Με πραγματικές ρήτρες λήξης.
Δεύτερον, μετάβαση από την καθολική απαγόρευση σε ένα σύστημα ασφαλών και υπό όρους εισαγωγών ζώων αναπαραγωγής, πλήρως εναρμονισμένο με τα πρότυπα του WOAH και το πλαίσιο SPS.
Τρίτον, σύνδεση της επανεκκίνησης των εισαγωγών με τα προγράμματα ανασύστασης και αποζημιώσεων, έτσι ώστε η γενετική ανανέωση να αποτελέσει εργαλείο ανάκαμψης και όχι παράπλευρη απώλεια της κρίσης.
Η επαγρύπνηση παραμένει απολύτως αναγκαία. Όμως η διατήρηση έκτακτων περιορισμών χωρίς σαφή μηχανισμό εξόδου δεν συνιστά πλέον επιδημιολογική στρατηγική. Συνιστά σταδιακή κανονικοποίηση της εξαίρεσης. Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο στο οποίο μπορεί να φτάσει μια πολιτική διαχείρισης κρίσεων στην κτηνοτροφία.
Η ανάλυση αντλεί από την πρόσφατη δημοσίευσή μου:
Kaimakamis, I. (2026). “Sheep and goat pox in Greece (2024–2025): A political economy, public policy, and moral-philosophical analysis of a category A epizootic”. Veterinary and Animal Science, 33, 100681.
